Μπορεί να φαίνεται περίεργο αλλά είναι αλήθεια. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις αποτελούν ένα διαγωνισμό συμπλήρωσης θέσεων.
Το Υπουργείο Παιδείας ανακοινώνει κάθε χρόνο τον Μάιο τον αριθμό των θέσεων που διατίθενται σε κάθε Τμήμα των ΑΕΙ και τον εξειδικεύει για κάθε κατηγορία υποψηφίων. Το Υπουργείο Παιδείας διέθεσε 140 θέσεις στην Ιατρική Αθηνών για τους υποψηφίους από το Γενικό Λύκειο που συμμετείχαν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις του 2025. Οι υποψήφιοι του 3ου Επιστημονικού Πεδίου που ξεπέρασαν το όριο της ΕΒΕ και δήλωσαν τη σχολή στο Μηχανογραφικό τους πέρασαν στην Ιατρική Αθήνας οι πρώτοι 140, αυτοί δηλαδή που έγραψαν την υψηλότερη βαθμολογία.
Η βάση της Ιατρικής καθορίζεται από την κατάταξη των υποψηφίων
Στις Ιατρικές σχολές, πλην της Πάτρας, τα τέσσερα μαθήματα έχουν την ίδια βαρύτητα, επομένως οι υποψήφιοι με τον υψηλότερο μέσο όρο εξασφάλισαν την εισαγωγή τους.
Η υψηλή ζήτηση για σπουδές Ιατρικής δημιουργεί μεγάλο ανταγωνισμό μεταξύ των υποψηφίων εδώ και δεκαετίες. Επειδή οι σχολές δέχονται κάθε χρόνο τους υποψηφίους με την υψηλότερη βαθμολογία η βάση βρίσκεται γύρω στα 19.000 μόρια. Η μεγάλη ζήτηση φέρνει την υψηλή βάση. Αν κάποια χρονιά τα θέματα δυσκολέψουν ιδιαίτερα για τους υποψηφίους, οι επιδόσεις τους θα μειωθούν και αυτό θα παρασύρει προς τα κάτω τη βάση.
Η σύγκριση του 2010 με το 2020 στην Ιατρική Αθηνών
Στον πίνακα 1 βλέπουμε ότι το 2010 είχαμε 3.334 αριστούχους υποψηφίους του 3ου Πεδίου, με περισσότερα από 18.000 μόρια, με αποτέλεσμα η βάση της Ιατρικής Αθήνας να φτάσει στα 19.453 μόρια, ενώ το 2020 είχαμε μόλις 457 αριστούχους με αποτέλεσμα η βάση να πέσει στα 18.250 μόρια που αποτελεί το ιστορικό χαμηλό για τη βάση της Ιατρικής Αθήνας.

Τα ίδια μόρια δεν οδηγούν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα
Ο υποψήφιος που συγκέντρωσε 18.250 μόρια στις Πανελλαδικές εξετάσεις του 2020 είχε απογοητευτεί και είχε πειστεί ότι δεν είχε καμία τύχη να πετύχει στην Ιατρική Αθήνας, ίσως και σε καμία άλλη Ιατρική. Θα μπορούσε να διεκδικήσει μόνο την Ιατρική Αλεξανδρούπολης, που, παραδοσιακά, έχει τη χαμηλότερη βάση μεταξύ των Ιατρικών Σχολών, λόγω της απόστασής της από τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Και τελικά έγινε το απίστευτο και πέρασε στην Αθήνα. Ένας υποψήφιος του 2010 με 19.450 μόρια ήταν ήσυχος ότι θα περάσει στην Ιατρική Αθήνας για να διαπιστώσει, τελικά, ότι τα μόρια δεν έφταναν για την Αθήνα. Οι επιδόσεις των υποψηφίων και οι προτιμήσεις τους καθορίζουν κάθε χρόνο τις βάσεις εισαγωγής.
Το πόσο θα ανέβουν ή θα πέσουν οι βάσεις θα εξαρτηθεί, κυρίως, από τη δυσκολία των θεμάτων, όπως είδαμε. Μερικές φορές μία χαμηλή βαθμολογία σε μια χρονιά με δύσκολα θέματα μπορεί να είναι αρκετή και άλλες χρονιές η υψηλή βαθμολογία μπορεί να μην αρκεί για την επιτυχία.
Το παράδειγμα της Φυσικής δείχνει τη σημασία της δυσκολίας των θεμάτων

Στη Φυσική της Υγείας το έτος 2024 έγραψαν πάνω από 15 μόλις 2.339 υποψήφιοι, ποσοστό 17,31%. Οι υποψήφιοι εξασφάλιζαν θέση στην Ιατρική ακόμη και με βαθμό 16 στη Φυσική. Τρία χρόνια νωρίτερα, το 2021, οι υποψήφιοι που αρίστευσαν γράφοντας πάνω από 18 ήταν 2.334, ποσοστό 15,85% των υποψηφίων. Είναι, προφανώς, καλύτερος βαθμός το 15,5 του 2024 από το 18 του 2021, διότι έφερνε τον υποψήφιο πιο ψηλά στην κατάταξη των βαθμολογιών, άρα πιο κοντά στην Ιατρική.
Η αξία του ίδιου βαθμού διαφέρει από χρονιά σε χρονιά
Στα Αρχαία Ελληνικά, όπως βλέπουμε στον πίνακα 3 ο αριθμός των υποψηφίων που έγραψαν πάνω από 19 ήταν μόλις 65 το 2022 και 262 την αμέσων επόμενη χρονιά το 2023. Οι υποψήφιοι του 2023 βλέποντας το 19 τους θεώρησαν ότι ήταν σαν πέρυσι. Κι όμως τα δύο 19αρια του 2022 και του 2023 δεν είχαν την ίδια αξία. Πολύ μεγαλύτερη αξία είχε το 19 του 2022.

Η Χημεία επιβεβαιώνει το ίδιο φαινόμενο
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Χημείας. Στις Πανελλαδιές εξετάσεις του 2020 είχαμε πραγματικά πολύ χαμηλές επιδόσεις, όπως βλέπουμε στον πίνακα 4. Μόλις 5.665 υποψήφιοι ξεπέρασαν το 15 σε ένα μάθημα που θεωρείται το εύκολο μάθημα της ομάδας προσανατολισμού των θετικών σπουδών και των σπουδών υγείας. Το 2016, τέσσερα χρόνια πριν, έγραψαν πάνω από 19 6.466 υποψήφιοι. Είναι προφανές ότι το 15 του 2020 ήταν πολύ καλύτερο από το 19 του 2016.
Τι καθορίζει τελικά την επιτυχία στις Πανελλαδικές
Τα θέματα της Χημείας παρουσίασαν στρεβλή εικόνα και τις δύο χρονιές, διότι αυτό που πρέπει να πετυχαίνουν τα θέματα είναι να έχουμε ομαλή κατανομή των υποψηφίων στη βαθμολογική κλίμακα. Δεν επιδιώκουμε να αριστεύσουν όλοι οι υποψήφιοι όπως το 2016, ούτε να ψάχνουμε τους αριστούχους με το… κιάλι. Αυτό το ζητούμενο δεν είναι εύκολο να το πετύχουν οι θεματοδότες και γι’ αυτό παρατηρούνται αυτά τα φαινόμενα. Επί της ουσίας η δυσκολία των θεμάτων δεν παίζει ρόλο στην εισαγωγή στα ΑΕΙ, διότι πρόκειται για ένα διαγωνισμό συμπλήρωσης θέσεων όπως είπαμε. Το σύστημα της ΕΒΕ προσαρμόζει το όριο εισαγωγής στη δυσκολία ή την ευκολία των θεμάτων (αυτό αποτελεί το μοναδικό της πλεονέκτημα) συνεπώς τα δύσκολα θέματα δεν αποκλείουν περισσότερους υποψηφίους από τα ΑΕΙ, ούτε τα εύκολα θέματα θα βοηθήσουν να εισαχθούν περισσότεροι στα ΑΕΙ.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο βαθμός που θα γράψει ο υποψήφιος σε κάθε μάθημα στις Πανελλαδικές εξετάσεις, δεν έχει απόλυτη αξία αλλά σχετική. Εξαρτάται πώς θα γράψουν και οι άλλοι υποψήφιοι. Αυτό σημαίνει ότι την ώρα της εξέτασης αν ο υποψήφιος δει ότι δεν μπορεί να γράψει άριστα, όπως είναι ο στόχος του, αυτό δεν σημαίνει ότι χάθηκε ο στόχος. Εξαρτάται από το πόσο δύσκολα είναι τα θέματα, εξαρτάται από το πώς τα αντιμετώπισαν οι άλλοι υποψήφιοι. Η ώρα της εξέτασης δεν είναι, λοιπόν, η ώρα για στενοχώρια και απογοήτευση. Ούτε αφού τελειώσει η εξέταση δεν γνωρίζει ο υποψήφιος αν ο βαθμός που πιστεύει ότι έγραψε θα σταθεί ικανός για να τον οδηγήσει στην επιτυχία. Συνεπώς δεν έχουν νόημα τα κλάματα με τα οποία βγαίνουν κάποιοι υποψήφιοι από τα εξεταστικά κέντρα.
Θα πάρουν μια ιδέα για το αν οι βαθμοί τους είναι αρκετοί για να πετύχουν το στόχο τους μόνο όταν ανακοινωθούν οι βαθμολογίες περί τα τέλη Ιουνίου και θα το μάθουν σίγουρα μόνο όταν ανακοινωθούν οι βάσεις, περί τα τέλη Ιουλίου, όταν θα δουν που πέτυχαν τελικά.
Αν οι επιδόσεις σε ένα μάθημα δεν είναι αυτές που θα ήθελε ο υποψήφιος δεν πρέπει αυτό να επηρεάσει την επίδοσή του στα επόμενα μαθήματα. Κάθε διαγώνισμα είναι ξεχωριστό.
Πηγή: https://www.eleftherostypos.gr/
Πανελλήνιες 2026: Τι πρέπει να γνωρίζουν οι υποψήφιοι
Πανελλήνιες 2026: Αλλάζει ο «χάρτης» ανά Επιστημονικό Πεδίο
Mετεγγραφές φοιτητών: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε













